δισταχτικότητα

δισταχτικότητα
(-ης (-ητος)] η колебание, нерешительность; сомнение

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "δισταχτικότητα" в других словарях:

  • αναποφάσιστος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν παίρνει αποφάσεις, ο δισταχτικός: Σ όλες τις κρίσιμες στιγμές ήταν αναποφάσιστος. 2. το ουδ. ως ουσ., το αναποφάσιστο η δισταχτικότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»